Το βιβλίο «Ελλάδα μου, κοιτίδα μου. Το ταξίδι της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ στην Ελλάδα» (Μετάφραση - Εισαγωγή: Αννίτα Π. Παναρέτου, Πρόλογος: Μπρους Κλαρκ, εκδ. Ποταμός) προσφέρει στο ελληνικό κοινό ένα σχεδόν άγνωστο χρονικό (όπως καταγράφεται στην αλληλογραφία και στο προσωπικό ημερολόγιο της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ από το ελληνικό της ταξίδι) που φωτίζει ιστορικές και κοινωνικές πτυχές της Ελλάδας του 1850 οι οποίες παρέμεναν στη σκιά. Το σημαντικότερο είναι ότι η εποχή αναδεικνύεται μέσα από τη διεισδυτική ματιά και τη βαθιά καλλιέργεια μιας κορυφαίας προσωπικότητας του 19ου αιώνα. «Αν ο Ιπποκράτης είναι ο θεμελιωτής και ο απόλυτος πνευματικός οδηγός του ιατρικού επαγγέλματος, η Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ μπορεί να διεκδικήσει μια αντίστοιχη διάκριση στο πεδίο της νοσηλευτικής», γράφει για εκείνη ο Μπρους Κλαρκ, συστήνοντάς τη, σε όσους δεν τη γνωρίζουν, στον πρόλογο του βιβλίου.
Μέσα από τις σελίδες του, η Ελλάδα του 1850 αποκαλύπτεται ζωντανή και εύθραυστη, σε μια περίοδο που αναζητά τον βηματισμό της. Παράλληλα, ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ, της περίφημης «κυρίας με το φανάρι» (προσωνύμιο που της αποδόθηκε αργότερα, επειδή περιφερόταν με ένα μικρό φανάρι στη διάρκεια της νύχτας στο πολεμικό νοσοκομείο στο Σκούταρι φροντίζοντας τους στρατιώτες), με την ευφυΐα, την επιστημονική της σκέψη και το λογοτεχνικό της ταλέντο, αλλά και με τις αντιφάσεις της εποχής της. Η αξία του βιβλίου έγκειται ακριβώς σε αυτή την πολυδιάστατη απεικόνιση, που δεν εγκλωβίζει ούτε την Ελλάδα ούτε τη Ναϊτινγκεϊλ σε στατικά ιστορικά είδωλα, αλλά τις αναδεικνύει ως ζωντανά, σύνθετα «πρόσωπα» υπό διαρκή διαμόρφωση, συλλαμβάνοντας την περιπέτειά τους σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας και της πορείας τους.
Παρουσίαση, από τον Γιώργο Καρουζάκη
Το βιβλίο «Ελλάδα μου, κοιτίδα μου. Το ταξίδι της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ στην Ελλάδα» (Μετάφραση – Εισαγωγή: Αννίτα Π. Παναρέτου, Πρόλογος: Μπρους Κλαρκ, εκδ. Ποταμός) προσφέρει στο ελληνικό κοινό ένα σχεδόν άγνωστο χρονικό (όπως καταγράφεται στην αλληλογραφία και στο προσωπικό ημερολόγιο της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ από το ελληνικό της ταξίδι) που φωτίζει ιστορικές και κοινωνικές πτυχές της Ελλάδας του 1850 οι οποίες παρέμεναν στη σκιά. Το σημαντικότερο είναι ότι η εποχή αναδεικνύεται μέσα από τη διεισδυτική ματιά και τη βαθιά καλλιέργεια μιας κορυφαίας προσωπικότητας του 19ου αιώνα. «Αν ο Ιπποκράτης είναι ο θεμελιωτής και ο απόλυτος πνευματικός οδηγός του ιατρικού επαγγέλματος, η Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ μπορεί να διεκδικήσει μια αντίστοιχη διάκριση στο πεδίο της νοσηλευτικής», γράφει για εκείνη ο Μπρους Κλαρκ, συστήνοντάς τη, σε όσους δεν τη γνωρίζουν, στον πρόλογο του βιβλίου.
Η Ναϊτινγκεϊλ, κόρη εύπορης αριστοκρατικής οικογένειας, φιλομαθής και με υποδειγματική μόρφωση, διδάχτηκε —όπως επισημαίνει η μεταφράστρια του βιβλίου στην εισαγωγή— «γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, λατινικά και αρχαία ελληνικά, καθώς και κλασική φιλολογία, ιστορία, μαθηματικά, φιλοσοφία και βασικές επιστημονικές αρχές, ενώ ανέπτυξε και μια αξιοσημείωτη ικανότητα που θα έπαιζε μεγάλο ρόλο στην κατοπινή ζωή της: τη συγκέντρωση και την επεξεργασία δεδομένων».
Κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Κριμαίας (1853-1856), λίγα χρόνια μετά το ελληνικό της ταξίδι, η Ναϊτινγκεϊλ έδειξε με αποφασιστικότητα και ζήλο πόσο σημαντικές είναι οι συνθήκες υγιεινής για την επιβίωση των στρατιωτών. Κατάφερε μάλιστα να μειώσει δραματικά τη θνησιμότητά τους (από 42% σε πολύ χαμηλότερα ποσοστά) στο στρατιωτικό νοσοκομείο στο Σκούταρι, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, το οποίο είχε παραχωρηθεί από την Τουρκία στη Βρετανία για τις ανάγκες του πολέμου. Πώς το πέτυχε; Βελτιώνοντας τον εξαερισμό, την αποχέτευση και την καθαριότητα, και δίνοντας έμφαση στη λεπτομερή φροντίδα, στη διατροφή των ασθενών, στην καθαριότητα και τη συχνή αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων. Επιπλέον, υπήρξε πρωτοπόρος στη γραφική αναπαράσταση των δεδομένων, πιστεύοντας ότι τα διαγράμματα μεταφέρουν την πληροφορία καλύτερα από τους απλούς πίνακες. Αυτή η δεξιότητα προέκυψε από την ανάγκη της να εξηγήσει με τρόπο οπτικό και πιο πειστικό, τόσο στο κοινό όσο και στη βρετανική κυβέρνηση, τη χρησιμότητα των μέτρων υγιεινής.
Πριν όμως από την πολεμική της περιπέτεια, η Ναϊτινγκεϊλ υπήρξε ένα ανήσυχο πνεύμα που επιθυμούσε να ταξιδέψει και να γνωρίσει τον κόσμο. Το ταξίδι της στην Ελλάδα, σε ηλικία 30 ετών, στα μέσα του 19ου αιώνα, αποτελεί από μόνο του μια πρόκληση, ειδικά για μια ανύπαντρη γυναίκα της βικτωριανής εποχής. Για τη Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ, το ταξιδιωτικό της εγχείρημα δεν είναι απλώς μια περιηγητική περιπέτεια, αλλά η συνάντησή της με το πνεύμα των κλασικών της σπουδών και, απρόσμενα, με ένα τεταμένο πολιτικό σκηνικό που δοκιμάζει τις αντιλήψεις και την κριτική της σκέψη. Φτάνει στην Ελλάδα την άνοιξη του 1850, ταξιδεύοντας με τους φίλους της, το ζεύγος Μπρέισμπριτζ. Η επίσκεψη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης περιοδείας που είχε ξεκινήσει τον Νοέμβριο του 1849 και περιλάμβανε την Αίγυπτο και τη Γερμανία. Η άφιξή της συμπίπτει με μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές στις αγγλοελληνικές σχέσεις: το λιμάνι του Πειραιά βρίσκεται υπό βρετανικό ναυτικό αποκλεισμό, εξαιτίας της περιβόητης υπόθεσης Πατσίφικο.
Τα γεγονότα ξεκινούν το Πάσχα του 1847. Με αφορμή την επίσκεψη του τραπεζίτη Ρότσιλντ στην Αθήνα για δανειακές διαπραγματεύσεις, η κυβέρνηση απαγορεύει το κάψιμο του Ιούδα για να μην προσβάλει τον επίσημο καλεσμένο. Η απόφαση προκαλεί την οργή του πλήθους, που ξεσπά εναντίον του σπιτιού του Δαβίδ Πατσίφικο, Εβραίου πορτογαλικής καταγωγής με βρετανική υπηκοότητα. Το σπίτι του λεηλατείται και εκείνος ζητά μια υπέρογκη αποζημίωση από την ελληνική κυβέρνηση. Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών, Πάλμερστον, βρίσκει την ευκαιρία — σύμφωνα με τη μεταφράστρια του βιβλίου— να εκδηλώσει τον μισελληνισμό του και την αντιπάθειά του προς τον γαλλόφιλο πρωθυπουργό Κωλέττη, υιοθετώντας τις απαιτήσεις του Πατσίφικο. Τον Ιανουάριο του 1850, ο ναύαρχος Πάρκερ επιβάλλει για αυτόν τον λόγο ναυτικό αποκλεισμό στον Πειραιά, απαιτώντας τις αποζημιώσεις εντός 24 ωρών. Στις βρετανικές απαιτήσεις προστίθενται: αποζημιώσεις για ένα οικόπεδο του ιστορικού Τζορτζ Φίνλεϊ που είχε ενσωματωθεί στον Βασιλικό Κήπο, άλλες για τη λεηλασία βρετανικών πλοιαρίων στην Αιτωλοακαρνανία και την κακοποίηση Επτανήσιων και Άγγλων πολιτών, αλλά και ένα αίτημα εκχώρησης στη Βρετανία των νησιών Σαπιέντζα και Ελαφονήσου. Ο αποκλεισμός προκαλεί τη λαϊκή οργή των Ελλήνων, γεγονός που τους συσπειρώνει με πάθος γύρω από τον Βασιλιά Όθωνα και την κυβέρνηση. Το επεισόδιο λήγει λίγους μήνες μετά, τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1850, με την παραχώρηση μικρότερης αποζημίωσης στον Πατσίφικο, αποδεικνύοντας το παράλογο των αρχικών αξιώσεων.
Ο πυρήνας του βιβλίου περιλαμβάνει εξαιρετικά κείμενα από το προσωπικό ημερολόγιο και την αλληλογραφία της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ, συνθέτοντας ένα πλήρες χρονικό της σύντομης παραμονής της στην Ελλάδα. Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαεπτά επιστολές υψηλής περιγραφικής ποιότητας και κριτικής σκέψης, που απευθύνονται στην αδελφή της Παρθενόπη, στη μητέρα, στη θεία και στην πρώτη εξαδέλφη της —συλλογικά σε ολόκληρη την οικογένεια— ενώ σε δύο από αυτές ο αποδέκτης παραμένει άγνωστος. Η υπόθεση Πατσίφικο απασχολεί ένα μικρό μέρος των αφηγήσεών της με αμφίθυμα σχόλια για τους εμπλεκόμενους. Το μεγαλύτερο μέρος, όμως, των επιστολών της είναι αφιερωμένο στην αντανάκλαση του αρχαιοελληνικού κόσμου στην καθημερινότητά της. Η Ναϊτινγκεϊλ, με άριστη γνώση των αρχαίων ελληνικών και της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, φτάνει στην Ελλάδα με μια εξιδανικευμένη, ρομαντική εικόνα στο μυαλό της, ανάλογη με αυτήν που είχαν οι πιο καλλιεργημένοι φιλέλληνες που βρέθηκαν στον ελληνικό χώρο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και απογοητεύτηκαν.
Στους περιπάτους της στο Θησείο, στον Άρειο Πάγο και στην Πνύκα, αναζητά πρωτίστως το πνεύμα των res publica και της δημοκρατίας σε κάθε όψη και ίχνος του τόπου. Την ίδια στιγμή, βρίσκεται αντιμέτωπη με την πεζή πραγματικότητα που μάλλον την αιφνιδιάζει. Η σύγκρουση του ιδεατού αρχαιοελληνικού παραδείγματος με το περιβάλλον της ταπεινής Αθήνας αποτυπώνεται γλαφυρά στα γραπτά της. Αντί για το πνεύμα του Πλάτωνα, του Αισχύλου, του Ηρόδοτου και του Θουκυδίδη αντικρίζει τη φτώχεια, και στον Σαρωνικό τον βρετανικό στόλο να επιβάλλει τον ναυτικό αποκλεισμό της χώρας. Η ίδια η Ακρόπολη, την οποία είχε μυθοποιήσει, της φάνηκε αρχικά «τόσο μικρή, τόσο κατεστραμμένη», που την έκανε να νιώσει πως η σύγχρονη Αθήνα ήταν μόλις ένα «μικρό βρέφος» μπροστά στο μεγαλείο του παρελθόντος. Μια πικρή διαπίστωση, που την κάνει να σκεφτεί ότι η κυριαρχία του σύγχρονου ατομικισμού (res privata) είχε εκτοπίσει το πνεύμα της αρχαίας Πολιτείας. Ωστόσο, ο θαυμασμός της για το μνημείο δεν αργεί να επιστρέψει θριαμβευτικά στα κείμενά της. Στην επιστολή που στέλνει στην αδερφή της με ημερομηνία 31 Μαΐου 1850, διαβάζουμε:
[…] Είδα επιτέλους τον Παρθενώνα στο Σεληνόφως και όλες οι προσδοκίες μου από την Ελλάδα εκπληρώθηκαν. Στέκεσαι στο δυτικό άκρο του σηκού και από την ισχυρή θύρα ανάμεσα στους κίονες αγναντεύεις κάτω χαμηλά τον κοιμισμένο κόσμο και το μακρινό Αιγαίο – είναι αδύνατον να υπάρχει κάτι πιο όμορφο στη γη ή στα ουράνια. […] Πάνω απ’ όλα οι Έλληνες είναι εξόχως πρακτικοί, εξόχως καλλιτέχνες. Υπάρχει πλήρης απουσία μυστικισμού στη σκέψη τους. Ο δωρικός ναός, τόσο άψογα τέλειος, σαν θεώρημα του Ευκλείδη —ξέρεις ακριβώς τι πρόκειται να αντικρίσεις, ξέρεις ότι δεν μπορεί να υπάρξει ανομοιογένεια, ότι το ένα μέρος φέρνει το άλλο με τόση βεβαιότητα, όση και τα βήματα που οδηγούν στο «όπερ έδει δείξαι». Ο αριθμός των κιόνων της μακράς πλευράς είναι δύο φορές ο αριθμός των κιόνων της στενής πλευράς συν ένας, οι αναλογίες του κίονα είναι πάντα οι ίδιες με μαθηματική ακρίβεια. […]
Πέρα από την αρχαιολατρία, η Ναϊτινγκεϊλ κατάφερε να συνδεθεί με τους ανθρώπους της σύγχρονης Ελλάδας μέσω της στενής της σχέσης με το ζεύγος Χιλ (Τζον Χένρι Χιλ και Φράνσις Μαρία Μάλιγκαν), τους Αμερικανούς παιδαγωγούς και ιεραπόστολους της Επισκοπικής Εκκλησίας, οι οποίοι ίδρυσαν στην Αθήνα το παλαιότερο σχολείο της χώρας που λειτουργεί αδιάλειπτα μέχρι σήμερα. Η Φλόρενς γοητεύτηκε από την προσωπικότητα της κυρίας Χιλ, την οποία περιγράφει ως την «ιδανική γυναίκα» και «άγγελο επί της γης», θαυμάζοντας το γεγονός ότι προσφέρουν παιδεία χωρίς να επιδιώκουν να προσηλυτίσουν τους Ορθόδοξους μαθητές τους. Μέσα από αυτό το περιβάλλον, έρχεται σε επαφή με τους ντόπιους και εκφράζει τον σεβασμό της για τους «βασανισμένους» αλλά αξιοπρεπείς ανθρώπους του τόπου: αντιμετωπίζει με βαθύ θαυμασμό τους επιζώντες αγωνιστές της Επανάστασης, ενώ συγκλονίζεται από τη δραματική ιστορία της Ελισάβετ Κονταξάκη, της κρητικοπούλας δασκάλας και βοηθού των Χιλ που είχε βιώσει τη φρίκη της Τουρκοκρατίας. Παρά τη φτώχεια και την ερήμωση που βλέπει γύρω της, η Ναϊτινγκεϊλ διακρίνει την ευπρέπεια και τον χαρακτήρα των απλών Ελλήνων, παρακολουθώντας με ενδιαφέρον τα έθιμά τους, όπως τους σεμνούς χορούς των ανδρών και τα κλέφτικα τραγούδια που συνέδεαν το παρόν με το ηρωικό παρελθόν, ενώ αδυνατεί να κατανοήσει το παράδειγμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς δεν της δίνει «την αίσθηση μιας αποστολής αφιερωμένης στην πράξη, σε φιλανθρωπικό έργο».
Το βιβλίο «Ελλάδα μου, κοιτίδα μου» προσφέρει μια μοναδική διπλή περιήγηση στον χρόνο, συνδυάζοντας την ιστορία ενός τόπου με την προσωπική πορεία μιας εξαιρετικής γυναίκας, η οποία αναζητούσε συχνά στις μυστικιστικές ενοράσεις της τον τρόπο που η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν αφοσιωμένη στη λατρεία των ιδιοτήτων του Θεού και πώς το ελληνικό πνεύμα αντιπροσώπευε τη “θεοποίηση του ανθρώπου” και την εξύψωση της ανθρώπινης φύσης. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, η Ελλάδα του 1850 αποκαλύπτεται, επίσης, ζωντανή και εύθραυστη, σε μια περίοδο που αναζητά τον βηματισμό της. Παράλληλα, ξεδιπλώνεται η προσωπικότητα της Φλόρενς Ναϊτινγκεϊλ, της περίφημης «κυρίας με το φανάρι» (προσωνύμιο που της αποδόθηκε αργότερα, επειδή περιφερόταν με ένα μικρό φανάρι στη διάρκεια της νύχτας στο πολεμικό νοσοκομείο στο Σκούταρι φροντίζοντας τους στρατιώτες), με την ευφυΐα, την επιστημονική της σκέψη και το λογοτεχνικό της ταλέντο, αλλά και με τις αντιφάσεις της εποχής της. Η αξία του βιβλίου έγκειται ακριβώς σε αυτή την πολυδιάστατη απεικόνιση, που δεν εγκλωβίζει ούτε την Ελλάδα ούτε τη Ναϊτινγκεϊλ σε στατικά ιστορικά είδωλα, αλλά τις αναδεικνύει ως ζωντανά, σύνθετα «πρόσωπα» υπό διαρκή διαμόρφωση, συλλαμβάνοντας την περιπέτειά τους σε μια κρίσιμη καμπή της ιστορίας και της πορείας τους.
Ερωτήσεις, αφορμή για συζήτηση, από τον Γιώργο Καρουζάκη
© Copyright 2001-2024 Θαλής + Φίλοι.
designed & developed by UNICORG EE