«… να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας».
Η παρατήρηση, που απευθύνει ο κορυφαίος ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926) στον μαθητή της Στρατιωτικής Σχολής Franz Xaver Kappus στα «Γράμματα σ' ένα νέο ποιητή» (μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης, Εκδόσεις Ίκαρος), θα μπορούσε, κατά κάποιον τρόπο, να αναφέρεται και στον νεότερο εαυτό του. Αν και σαφώς, η ορμητική δύναμη της σκέψης και της γραφής του Ρίλκε, ακόμα και στα πρώιμα έργα του, δε μοιάζει δειλή, και αποκαλύπτει μια στιβαρή και γόνιμη συγγραφική προσωπικότητα.
Η σκέψη αυτή μας συνοδεύει μετά την ανάγνωση της κομψής έκδοσης με τίτλο «Κισμέτ, δεκατρείς ιστορίες αγάπης» (μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Νεφέλη), η οποία συγκεντρώνει δεκατρείς σύντομες αφηγήσεις του Ρίλκε, γραμμένες στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα, όταν ο συγγραφέας ήταν μεταξύ δεκαεννέα και είκοσι πέντε ετών.
Σε αυτές τις σύντομες ιστορίες, τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει «σκίτσα», διακρίνονται σε πρωτογενή μορφή ορισμένα από τα θέματα, οι χαρακτήρες και οι ψυχικές διαδρομές που θα αναπτυχθούν αργότερα στα ώριμα έργα του, στις περίφημες «Ελεγείες του Ντουίνο», στα λυρικά «Σονέτα στον Ορφέα» και στη μοντερνιστική, ποιητική πρόζα των αινιγματικών «Σημειώσεων του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε».
Παρουσίαση, από τον Γιώργο Καρουζάκη
«… να προσθέσω ακόμα πως οι στίχοι σας δεν έχουν δική τους ατομική έκφραση, κι ωστόσο βρίσκω μέσα κει, δειλό κι αβλάστητο ακόμα, το έμβρυο μιας προσωπικότητας».
Η παρατήρηση, που απευθύνει ο κορυφαίος ποιητής και πεζογράφος του 20ού αιώνα Ράινερ Μαρία Ρίλκε (1875-1926) στον μαθητή της Στρατιωτικής Σχολής Franz Xaver Kappus στα «Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή» (μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης, Εκδόσεις Ίκαρος), θα μπορούσε, κατά κάποιον τρόπο, να αναφέρεται και στον νεότερο εαυτό του. Αν και σαφώς, η ορμητική δύναμη της σκέψης και της γραφής του Ρίλκε, ακόμα και στα πρώιμα έργα του, δε μοιάζει δειλή, και αποκαλύπτει μια στιβαρή και γόνιμη συγγραφική προσωπικότητα.
Η σκέψη αυτή μας συνοδεύει μετά την ανάγνωση της κομψής έκδοσης με τίτλο «Κισμέτ, δεκατρείς ιστορίες αγάπης» (μετάφραση: Μαρία Τοπάλη, Εκδόσεις Νεφέλη), η οποία συγκεντρώνει δεκατρείς σύντομες αφηγήσεις του Ρίλκε, γραμμένες στο μεταίχμιο του 19ου προς τον 20ό αιώνα, όταν ο συγγραφέας ήταν μεταξύ δεκαεννέα και είκοσι πέντε ετών. Σε αυτές τις σύντομες ιστορίες, τις οποίες ο ίδιος χαρακτηρίζει «σκίτσα», διακρίνονται σε πρωτογενή μορφή ορισμένα από τα θέματα, οι χαρακτήρες και οι ψυχικές διαδρομές που θα αναπτυχθούν αργότερα στα ώριμα έργα του, στις περίφημες «Ελεγείες του Ντουίνο», στα λυρικά «Σονέτα στον Ορφέα» και στη μοντερνιστική, ποιητική πρόζα των αινιγματικών «Σημειώσεων του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε».
Η ενόρμησή του για τη διερεύνηση της θνητότητας και των άρρηκτων δεσμών ζωής και θανάτου, καθώς και η επιθυμία του να υπερβεί διανοητικά τους «περιορισμούς» της ανθρώπινης ύπαρξης, συνιστούν, σε μια πρώτη μορφή, τους άξονες και του πρώιμου έργου του. Η μετουσιωτική δύναμη της τέχνης και η οδύνη του έρωτα αποτελούν ομοίως κεντρικά μοτίβα και των πρώτων λογοτεχνικών του αναζητήσεων. Όπως επίσης και η προσήλωσή του στις γυναικείες φιγούρες, συχνά αδύναμες και υπερβατικές, που μέσα από την ευθραυστότητά τους καταφέρνουν να εμπνεύσουν στον ποιητή υψηλότερες πνευματικές αναζητήσεις.
Η προσκόλληση του συγγραφέα σε συγκεκριμένες γυναικείες μορφές ενδεχομένως αντικατοπτρίζει πτυχές και ελλείψεις της προσωπικής του ζωής. Η δύσκολη και αμφίθυμη σχέση με τη μητέρα του, ο εξαρτητικός δεσμός του, στη συνέχεια, με την κορυφαία διανοούμενη Λου Αντρέας Σαλομέ, πιθανώς να συνδέονται με τον τρόπο που οι γυναικείοι χαρακτήρες εμφανίζονται στο έργο του. Διακριτή είναι επίσης και στα πρώτα λογοτεχνικά του σχεδιάσματα η αγωνιώδης προσπάθειά του να εντοπίσει τη βαθύτερη ουσία του κόσμου, πέρα από τη θολή επιφάνεια της καθημερινότητας.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι μικρές ιστορίες του «κισμέτ» μοιάζουν απλές και κοινότοπες. Στη «Ράφτρα», μια γυναίκα με «κακομοίρικη εμφάνιση» και «χείλη γραμμές που μισάνοιγαν» γίνεται η αφορμή για να διαλυθεί ο αρραβώνας ενός νεαρού ζευγαριού. Στο «ψυχολογικό σκίτσο» «Μια νεκρή», η απειλή του θανάτου και της ασθένειας διασταυρώνονται με την ευδαιμονία του έρωτα και της ζωής. Παρόμοια θέματα αναπτύσσονται με μεγαλύτερη ένταση και δεξιοτεχνία στην «Αγία Άνοιξη». Εδώ, ο ορμητικός έρωτας ανάμεσα σε έναν νεαρό φοιτητή και μία ετοιμοθάνατη κοπέλα με «χέρια σαν κρίνα» συνδέεται με την ανοιξιάτικη ευφορία και τη λαχτάρα για τη ζωή και τον έρωτα. Στον «Ερωτευμένο», η φαινομενική ερωτική διεκδίκηση της ίδιας γυναίκας από δύο φίλους, τον ευαίσθητο Ερνστ Μπανγκ και τον «τραχύ» Χέρμαν Χόλτσερ, εμπεριέχει τον απόηχο του περάσματος από τον παλιό κόσμο του 19ου αιώνα στη σφοδρότητα των αλλαγών του 20ού αιώνα.
Οι νατουραλιστικές πινελιές επιτηδευμένου ρεαλισμού, το μελοδραματικό ύφος, ο υπερβολικός συναισθηματισμός, καθώς και η εμμονή στη ρομαντική αγάπη και στην τραγικότητα του έρωτα – δάνεια πιθανώς από τις λογοτεχνικές συμβάσεις της εποχής του- αναγνωρίζονται σε ορισμένες από τις αφηγήσεις του βιβλίου. Δεν είναι όμως ικανά στοιχεία να αποδυναμώσουν το πηγαίο και υποβλητικό ταλέντο του Ρίλκε που διακρίνεται ξεκάθαρα σε κάθε κείμενο.
Οι ιστορίες του μπορούν να αναγνωσθούν άλλωστε ως ασκήσεις, στο ξεκίνημα ενός μοναδικού και συναρπαστικού λογοτεχνικού ταξιδιού. Ο Ρίλκε βρίσκεται στην απαρχή μιας μεγάλης πνευματικής περιπέτειας που θα τον οδηγήσει σε μια βαθύτερη σύνδεση με τον κόσμο μέσω της λογοτεχνίας, καθώς «μαθαίνει να βλέπει», οξύνοντας την ικανότητά του να διαισθάνεται το αόρατο και το αιώνιο μέσα από το πρόσκαιρο και το καθημερινό.
Αυτή η διαδικασία περιγράφεται εξαιρετικά στο μεταγενέστερο έργο του «Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» (μετάφραση: Δημ. Στ. Δήμου, Εκδόσεις Το Ροδακιό), στο οποίο ο αφηγητής σημειώνει: «[…] Νομίζω θα ‘πρεπε να αρχίσω κάτι να εργάζομαι, τώρα, που μαθαίνω να βλέπω. […] Επειδή οι στίχοι δεν είναι αισθήματα, όπως νομίζουν οι άνθρωποι (αυτά τ’ αποχτάει κανείς αρκετά νωρίς), είναι εμπειρίες. Για ένα στίχο πρέπει να ιδεί κανείς πολλές πολιτείες, ανθρώπους και πράγματα, πρέπει να γνωρίζει τα ζώα, πρέπει να αισθάνεται πώς πετάνε τα πουλιά, και να ξέρει την κίνηση με την οποία ανοίγουν τα μικρά λουλούδια το πρωί. Πρέπει να μπορεί να ξαναθυμάται δρόμους σε άγνωστες περιοχές, απροσδόκητες συναντήσεις και χωρισμούς, που τους περίμενε από καιρό, παιδιάτικες μέρες, που μένουν ακόμα ανεξήγητες, τους γονείς, που πρέπει να πικραίναμε όταν μας έφερναν μια χαρά και δεν τη νιώθαμε (ήταν μια χαρά για έναν άλλον), αρρώστιες παιδικές, που αρχίζουν τόσο αλλόκοτα, με τόσες πολλές βαθιές και βαριές αλλαγές, ημέρες σε ήρεμα, περιορισμένα δωμάτια, και πρωιά στη θάλασσα, τη θάλασσα την ίδια, θάλασσες, νύχτες ταξιδιών, που φύγαν θορυβώδεις και πέταξανε μ’ όλα τα άστρα, και δεν είναι ακόμα αρκετό όταν μπορεί κανείς να τα σκέπτεται όλα αυτά […]».
Ερωτήσεις, αφορμή για συζήτηση, από τον Γιώργο Καρουζάκη
© Copyright 2001-2019 Θαλής + Φίλοι.
designed & developed by UNICORG EE