Thales + Friends

Ιωάννα Μπουραζοπούλου : «… Όσο περισσότερο μοιάζουν οι δυστυχίες μας, τόσο αντίθετες μάς φαίνονται».

Αναρτήθηκε σε 19 Σεπτεμβρίου, 2012 κατηγορία: Συνεντεύξεις

Συνέντευξη στον Γιώργο Καρουζάκη

Το βιβλίο της Ιωάννας Μπουραζοπούλου «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ; » (Καστανιώτης) κυκλοφόρησε το 2007. Αν και το 2008 βραβεύτηκε με το The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δε)κατα, η πορεία του στην Ελλάδα υπήρξε μάλλον χαμηλόφωνη, σε σχέση πάντοτε με τα «θορυβώδη» αναγνώσματα που συνωστίζονται στις λίστες των ευπώλητων.

Το εξαιρετικό μυθιστόρημα της συγγραφέως, η οποία πέρυσι μας έδωσε ένα ανάλογο δείγμα γραφής με την «Ενοχή της αθωότητας», έχει εντυπωσιακή πορεία εκτός συνόρων.

Οι Γάλλοι που το διάβασαν πρόσφατα με τον τίτλο «QU’A-T-ELLE VU, LA FEMME DE LOTH» (Εκδόσεις Ginkgo) το υποδέχτηκαν θερμά, κάνοντας λόγο σε αρκετές κριτικές για μια αληθινή «λογοτεχνική έκπληξη» από την Ελλάδα.

Αυτή την εποχή το βιβλίο μεταφράζεται στην Αγγλική γλώσσα. Με αυτή την αφορμή αναζητήσαμε την συγγραφέα του, η οποία εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2003 με το μυθιστόρημα «Στο μπουντουάρ του Ναδίρ».

Ποια στοιχεία του βιβλίου σας, λέτε, ότι προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ξένων εκδοτών;

«Ενδιαφέρουσα ερώτηση, την οποία δεν έχω απευθύνει στους ξένους εκδότες μου και έτσι δεν μπορώ να προσκομίσω τεκμηριωμένη απάντηση. Φαντάζομαι πως αν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο που τράβηξε το ενδιαφέρον τους θα το είχαν αναφέρει, οπότε αρέσκομαι να πιστεύω ότι τους άρεσε το βιβλίο συνολικά».

Ποια ήταν η αρχική ιδέα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου και πώς διαμορφώθηκε στη συνέχεια;

«Η αρχική ιδέα, σαν να λέμε η ασυνείδητη πρόθεσή μου, έχει πλέον ενσωματωθεί στο τελικό κείμενο και είναι αδύνατο ακόμη κι εγώ να τη διακρίνω. Μπορώ να ανακαλέσω μόνο κάποιες επίμονες σκέψεις που προηγήθηκαν της συνειδητής συγγραφής, όπως τη σκέψη ότι η στιγμή της ήττας είναι και στιγμή άγριας αφύπνισης ή ότι η ντροπιαστική παράδοση είναι δυνατόν να οδηγήσει στην πιο ώριμη αντίσταση. Επειδή συνήθως δυσπιστώ απέναντι σε τέτοιου είδους επίμονες σκέψεις, οι ήρωές μου υφίστανται μαρτυρικές δοκιμασίες και επώδυνες μεταμορφώσεις, γρονθοκοπούνται με την κοινή λογική και επιδίδονται σε επικίνδυνες νοητικές ακροβασίες προκειμένου να με πείσουν με ρεαλιστικά επιχειρήματα ότι το όνειρο έχει κάποια ελπίδα. Στην πραγματικότητα η δυσπιστία μου είναι υποκριτική, ο μόνος λόγος που υποτάσσω το ανέφικτο στους πιο άκαμπτους ρεαλιστικούς κανόνες είναι για να αποδειχτεί η υπεροχή του».

Με εκκίνηση τη βιβλική καταστροφή στα Σόδομα και τα Γόμορρα αποκαλύψατε μια δυστοπική, αλλόκοτη πολιτεία όπου η υποταγή, η βία, η αυτοτιμωρία και ο εξευτελισμός δίνουν νόημα στη ζωή των κατοίκων της. Πώς απώλεσαν οι κάτοικοί της, ακόμα και τα στοιχειώδη, ευγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης;

«Πάρα πολύ εύκολα. Το βιβλίο, βέβαια, είναι ένα ανθρωπιστικό παραμύθι δομημένο σε αληθοφανείς υπερβολές και, σαν ανθρωπιστικό παραμύθι, αναγνωρίζει άπειρα ελαφρυντικά –κλιματολογικά, γεωλογικά, τραυματικού παρελθόντος, κοινωνικής καταπίεσης, ψυχολογικής βίας– στους αδύναμους ήρωές του. Στην πράξη αυτά που αποκαλείτε «στοιχειώδη, ευγενή χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης» είμαστε ικανοί να τα χάσουμε μέσα σε δευτερόλεπτα και για πολύ πιο ασήμαντους λόγους. Θεωρώ την πτώση πιθανή, συχνά αναπόφευκτη και σε κάποιες περιπτώσεις επιμορφωτική, γι’ αυτό δεν βρίσκω νόημα στο να την επικρίνω ή να την καυτηριάζω, εκείνο που με ενδιαφέρει είναι η ανάδυση, η ανασύσταση, η επαναφορά».

Θα λέγατε ότι το βιβλίο σας είναι μια αλληγορία για τη χειραγώγηση, την εξουσία, την επιβίωση και την ανθρώπινη αδυναμία;

… ή αντίστροφα για τη δύναμη της θέλησης και την ανθρώπινη αγωνιστικότητα. Για να είμαι ειλικρινής δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ακριβή  χαρακτηρισμό για το τι είναι αυτό το βιβλίο, ούτε είμαι σε θέση να διατυπώσω με σαφήνεια το θέμα του. Μπορώ μόνο να ομολογήσω ότι χώρεσε στις φιλόξενες σελίδες του έναν σημαντικό αριθμό υπαρξιακών, πολιτικών και κοινωνικών προβληματισμών μου, έδωσε φωνή σε πολλές, συχνά αντιφατικές, αγωνίες μου, επιχείρησε να εκφράσει πολύπλοκα συναισθήματα και ιδέες μου, κάποιες από τις οποίες ήταν ρομαντικές, κάποιες εξωφρενικές. Δεν είμαι απλός και ξεκάθαρος άνθρωπος, υποψιάζομαι ότι δεν είναι ένα απλό και ξεκάθαρο βιβλίο».

Ο πανίσχυρος εξουσιαστικός μηχανισμός που αναδύεται, ανάγλυφα, μέσα από την ιστορία σας μοιάζει απόκοσμος, αν και ο αναγνώστης αναγνωρίζει σε αυτόν σκοτεινές πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος. Είχατε στο μυαλό σας ανάλογα συστήματα όταν δημιουργούσατε αυτή την εφιαλτική Αρχή;

«Είχα στο μυαλό μου τη γνωστή σε όλους μας, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο εφιαλτική, καθημερινότητα, την οποία  διόγκωσα στο βιβλίο μέχρι το πιο ακραίο όριο που επιτρέπει η ποιητική υπερβολή – από εκεί και μετά ξεκινάει η φάρσα. Καθημερινά υφίσταμαι και ακούσια συντηρώ έναν σημαντικό αριθμό μηχανισμών εξουσίας, κάποιους από τους οποίους μπορώ να αναγνωρίσω – γιατί σίγουρα υποτάσσομαι ή ενισχύω κάποιους άλλους που ούτε καν διακρίνω. Το εξουσιαστικό σύστημα που περιγράφω λοιπόν είναι οπωσδήποτε φανταστικό, για την ακρίβεια είμαι σχεδόν βέβαιη ότι δεν θα εμφανιστεί ποτέ με αυτή τη μορφή στα παράλια της Μεσογείου, αλλά η λογική πάνω στην οποία δομήθηκε είναι ανατριχιαστικά οικεία».

Η Βίβλος, μοιάζει, επίσης, να είναι η πηγή που άντλησαν αρκετό υλικό οι πιο σκληροί μηχανισμοί εξουσίας. Σε ποιό σημείο συναντούν, κατά την άποψή σας, τα θρησκευτικά συστήματα τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς;

«Τα θρησκευτικά συστήματα είναι εξουσιαστικοί μηχανισμοί, αλλά ποια συστήματα δεν είναι, θα μου πείτε. Η θρησκευτική εξουσία εμφανίζει αναπόφευκτα όλες τις αντιφάσεις και τις ασυνέπειες της πολιτικής εξουσίας: ευαγγελίζεται την αλήθεια όταν στηρίζεται στη σιωπή και την απόκρυψη, υπόσχεται ελευθερία όταν μηχανεύεται χίλιους τρόπους για να σου τη στερεί, θεσπίζει αυστηρούς κανόνες, από την εφαρμογή των οποίων εξαιρεί σιωπηλά την ηγεσία της. Η απαρίθμηση μπορεί να μην έχει τέλος, οπότε θα σταθώ σε ένα μόνο εξουσιαστικό εργαλείο της θρησκείας, τη δύναμη του οποίου ανακάλυψε με καθυστέρηση η πολιτική και έσπευσε να το οικειοποιηθεί: τη διαχείριση της ενοχής. Πάνω σε αυτή θεμελίωσε την παντοδυναμία της η Διοικητική Αρχή του βιβλίου μου, ενώ ασύδοτη χρήση αυτού του εργαλείου πραγματοποιήθηκε και στην πρόσφατη οικονομική κρίση, από Έλληνες και ξένους».

Ο τρόπος που επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ποια σημασία έχει η επιλογή της επιστολικής αφήγησης;

«Μια επιστολή δεν μπορεί ποτέ να είναι αντικειμενική, απηχεί και υπηρετεί την οπτική, τις αντιλήψεις και τις προθέσεις του συντάκτη της. Σε αντίθεση με την τριτοπρόσωπη αφήγηση, που σπάνια αποσκοπεί στην εξαπάτηση του αναγνώστη, η επιστολική αφήγηση την προϋποθέτει και την υπονοεί, οπότε ο τελευταίος θα πρέπει να βρίσκεται σε εγρήγορση, να σταθμίζει την αξιοπιστία του κάθε συντάκτη, να ανιχνεύει τα κίνητρά του. Η επιστολική αφήγηση μου φάνηκε η πιο κατάλληλη γι’ αυτό το βιβλίο, που η πλοκή του βασίζεται στο ερώτημα αν τελικά απατούν τα φαινόμενα ή οι άνθρωποι».

– To μυθιστόρημά σας μοιάζει να μην κατατάσσεται εύκολα σε ένα είδος. Στις σελίδες του η επιστημονική φαντασία συναντά, με φυσικό τρόπο, το αστυνομικό μυθιστόρημα και σημαντικά φιλοσοφικά ανθρωπολογικά και περιβαλλοντικά ζητήματα. Ήταν συνειδητή αυτή η επιλογή;

«Ο αναγνώστης διαβάζει εκείνα τα αποσπάσματα των επιστολών που επέλεξε ο Φιλέας Μπουκ και με τη σειρά που ο τελευταίος τα έχει τοποθετήσει, ώστε να πάρουν τη θέση τους στο σταυρόλεξό του. Έτσι, διακρίνονται έξι «κεφάλαια», έξι διαφορετικές θεματικές ενότητες, η καθεμία από τις οποίες έχει τις δικές της προτεραιότητες. Αποτέλεσμα, άλλοτε ο αναγνώστης  να θεωρεί ότι διαβάζει εξωτική περιπέτεια, άλλοτε νουάρ αστυνομικό, άλλοτε υπαρξιακό δράμα, άλλοτε μεταφυσική λογοτεχνία, άλλοτε έργο επιστημονικής φαντασίας, άλλοτε πολιτική αλληγορία. Προτίμησα να μετατοπίζεται κάθε τόσο το κέντρο βάρους της αφήγησης (να αλλάζει η προτεραιότητα χωρίς να μεταβάλλεται το ύφος), κυρίως επειδή είχα την αγωνία ότι η επιστολική αφήγηση θα κουράσει τον αναγνώστη και ένα τέτοιο παιγνίδι ίσως ανανέωνε το ενδιαφέρον του. Τα παραπάνω είδη λογοτεχνίας εμπεριέχονται αναμεμειγμένα σε όλα τα βιβλία μου, αλλά στο συγκεκριμένο η διάκριση είναι αρκετά ξεκάθαρη».

– O Φιλέας Μπουκ, αν και δεν εμφανίζεται συχνά στις σελίδες, μοιάζει με τον στυλοβάτη της αφήγησης. Ο γρίφος του Επιστολόλεξού του εντείνει το μυστήριο της ιστορίας. Πώς θα τον περιγράφατε;

«Ο Μπουκ, όπως προδίδει και το όνομά του, είναι ο λόγος για τον οποίο γράφτηκε το βιβλίο (book). Οι πολυτάραχοι βίοι των έξι πρωταγωνιστών, αντιστοιχούν σε μία δική του νύχτα. Τη δράση, τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τις αγωνίες τους, που αποτυπώνονται λιγότερο ή περισσότερο παραπλανητικά στις επιστολές, είναι ο μόνος που μπορεί να τις αφουγκραστεί, γιατί είναι ο μόνος αληθινός αποδέκτης της συγκεκριμένης αλληλογραφίας. Εκείνοι χρειάζονται έναν τέτοιο παραλήπτη, εκείνος χρειάζεται τέτοιους αποστολείς. Είναι οι δύο πόλοι μιας ανατρεπτικής και γεμάτης φαντασία επικοινωνίας, απολύτως αντικριστοί και αλληλεξαρτώμενοι, μολονότι δεν έχουν ποτέ γνωριστεί – κάτι σαν τον συγγραφέα λογοτεχνίας και τον αναγνώστη».

Το τέλος του βιβλίου μοιάζει λυτρωτικό. Ποια σημασία αποδίδετε στη σύμπνοια των καταπιεσμένων, στον κοινό, ανομολόγητο αγώνα τους για απελευθέρωση;

«Η σύμπνοια μεταξύ καταπιεσμένων δεν είναι δεδομένη, συχνά ούτε καν η συμπόνια ή η συμπάθεια, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι δεν υπάρχει τίποτε πιο δύσκολο να επιτευχθεί από το αυτονόητο. Δεν ξέρω ποια ελαττωματική νοητική λειτουργία μάς κάνει καχύποπτους ειδικά απέναντι στους ομοιοπαθείς και όσο περισσότερο μοιάζουν οι δυστυχίες μας, τόσο περισσότερο αντίθετες μάς φαίνονται. Είναι μια από τις πολλές ανθρώπινες τυφλότητες, υπεύθυνη για αναρίθμητες ήττες, μου είναι σκοτεινό το γιατί τη συντηρούμε».

© Copyright 2001-2012 Θαλής + Φίλοι.

designed & developed by ELEGRAD