Θαλής + Φίλοι

“To ελληνικό φως δεν επιτρέπει υπερβολές”, συνέντευξη με τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο

Αναρτήθηκε σε 29 Φεβρουαρίου, 2012 κατηγορία: Συνεντεύξεις

Συντάκτης: Γιώργος Καρουζάκης

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι από τους συγγραφείς που δεν έχει διανύσει μια νηφάλια ή μια προβλέψιμη πορεία στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας. Από την εμφάνισή του στα γράμματα το 1979, στα 20 του χρόνια, παραμένει ανήσυχος παρατηρητής του εαυτού του, της εποχής που ζει, και της νεοελληνικής πραγματικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει γράψει μερικά από τα πιο αντιπροσωπευτικά μυθιστορήματα της εποχής μας.

Το νέο του βιβλίο, με τίτλο “Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας” -κυκλοφορεί τον επόμενο μήνα από τις ιστορικές εκδόσεις “Ίκαρος”- δεν θα μπορούσε εύκολα να ταξινομηθεί. Ο συγγραφέας του το χαρακτηρίζει ημερολόγιο και ντοκιμαντέρ, αυτοβιογραφία και χρονικό, εξομολογητικό δοκίμιο και οδοιπορικό στη δεκαετία του 2000.

Το Μπουρνάζι, το Μετρό, το Mall, η καπνοαπαγόρευση, η άνοδος των γυναικών και η πτώση των αντρών, το Ίντερνετ, ο πατριωτισμός, τα Δεκεμβριανά του 2008, η τρομοκρατία και η οικονομική κρίση είναι ορισμένες, μόνο, από τις ψηφίδες που συνθέτουν αυτό το πολυσέλιδο, υβριδικό βιβλίο, που διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον.

Στην κουβέντα που είχαμε με τον συγγραφέα στην κουζίνα του σπιτιού του, μιλήσαμε για τα βασικά θέματα του βιβλίου. Είναι και μερικά από τα κρίσιμα ζητήματα που μας απασχολούν όλους, τα τελευταία χρόνια.

Το βιβλίο, με αφετηρία το 2000, μιλάει για την δεκαετία που ξεκίνησε ως ο ορισμός της επιτυχίας: με την ακλόνητη πεποίθηση ότι γίναμε Ευρώπη, μέσα από την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ και τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004. Για να καταλήξει, πριν εκπνεύσει το 2010, στο γκρέμισμα της νεοπλουτίστικης αυταπάτης και στο βούλιαγμά μας “σε μια οικονομική κρίση τόσο βαθιά, ώστε να καλούμαστε τώρα να μάθουμε την υψηλή τέχνη της αποτυχίας”.

Η σχέση του Βαγγέλη Ραπτόπουλου με την ομάδα ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ δεν είναι καινούργια. Δύο κεφάλαια από το νέο του βιβλίο γεννήθηκαν το 2010, από την συμμετοχή του συγγραφέα στην θερινή συνάντηση Λεσχών Ανάγνωσης της ομάδας ΘΑΛΗΣ + ΦΙΛΟΙ, στη Νάουσα Ημαθίας.



Γιατί ονομάσατε το βιβλίο σας “Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας;

«’Έψαχνα να βρω από την αρχή, επειδή το βιβλίο είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό αλλά και χρονικό της δεκαετίας του 2000 στην Ελλάδα, τι χαρακτήριζε αυτή τη δεκαετία. Θεωρώ ότι βασικό χαρακτηριστικό όλης αυτής της εποχής της φούσκας, ήταν η αναζήτηση της επιτυχίας. Ζήσαμε την προέλαση ενός ασύδοτου καπιταλισμού, ο οποίος μας οδήγησε σε έναν ατομικισμό τρομερό.

Στην Ελλάδα επικρατεί, βέβαια, η άποψη ότι η επιτυχία είναι κάτι αφύσικο και ότι θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον εναλλαγές ανάμεσα στην επιτυχία και την αποτυχία ή στην ευτυχία και τη δυστυχία. Δεν είναι τυχαίο ότι κάποιοι θεωρούσαν ότι οι συμφορές του Ωνάση- ο θάνατος του γιου του Αλέξανδρου και όλα όσα ακολούθησαν- ήταν μοιραίες για την τερατώδη επιτυχία του.

Πιστεύω ακόμα ότι και το φως που υπάρχει εδώ που ζούμε, δεν επιτρέπει πολλές υπερβολές. Θυμάμαι κι ένα περιστατικό από τον Ηρόδοτο: όταν οι Πέρσες ήρθαν να πολεμήσουν τους ‘Ελληνες, ο Ελλήσποντος είχε τρικυμία. Τότε ο Ξέρξης δίνει εντολή να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο. Οι ‘Ελληνες χλευάζουν το μονάρχη που νομίζει ότι θα δαμάσει τα φυσικά φαινόμενα. Αυτή η υπέρβαση του μέτρου, μπορεί να συνδέεται και με το φως που υπάρχει εδώ, το οποίο δεν επιτρέπει παρανοήσεις. Αν συνδυάσουμε αυτή τη σκέψη με την επέλαση της μανίας για το κέρδος, τις αυταπάτες και τα προβλήματα με τα οποία η κρίση μας φέρνει τώρα αντιμέτωπους, η σχέση μας με την επιτυχία δεν κολλάει με τη νοοτροπία και τη γηγενή μας φιλοσοφία».

Η ζωή έξω στο δρόμο, η καθημερινότητα, οι διαθέσεις που είχατε κάθε εποχή κυριαρχούν στα μυθιστορήματά σας. Ανήκετε στους συγγραφείς που αναμειγνύουν χωρίς φόβο την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία;

«Αν το βιβλίο μου είχε ένα υπότιτλο, αυτός θα ήταν: “Tα βιβλία μου και η εποχή τους”. Έχω την εντύπωση ότι στην Ελλάδα για λόγους
ιστορικούς – με βασικό στοιχείο τη γλώσσα που μας συνδέει με την αρχαιότητα, αλλά και τα προβλήματα της ταυτότητας, σε μια χώρα μικρή και μη ανεπτυγμένη- οι συγγραφείς συνήθιζαν να μιμούνται, εκ του ασφαλούς, την παράδοση. Και να μη μιλάνε για το παρόν τους. Υπήρχε, πάντοτε, μια έντονη φυγή από την πραγματικότητα.

Ο Ντίκενς, για παράδειγμα, ήταν από τους λίγους συγγραφείς που μίλησε για την εποχή του, για το περιβάλλον της αναδυόμενης βιομηχανικής επανάστασης και της μανιφακτούρας, που ήταν το Λονδίνο. Το κυρίαρχο ρεύμα στην εποχή του Ντίκενς ήταν οι συγγραφείς να γράφουν εξωραϊσμένα για ειδυλλιακά τοπία και την ύπαιθρο. Αν θέλουμε όμως σήμερα να πλησιάσουμε εκείνη την εποχή, πάμε στον Ντίκενς.

Πολλές φορές, βέβαια, αυτή η επιλογή έχει σχέση και με την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Εμένα μου άρεσε να ζω μέσα στην εποχή μου, ασχέτως αν είχα και επικριτική στάση απέναντι της. Δεν με ενδιέφερε να γράφω βιβλία που διαδραματίζονταν σε άλλες εποχές. Και ως αναγνώστης, δεν αντέχω τα ιστορικά μυθιστορήματα. ‘Έχω και μια ιδιαίτερη ευαισθησία να εντοπίζω τους αναχρονισμούς και τις μεταγενέστερες ψυχολογικές ερμηνείες που, συχνά, οι συγγραφείς τους προβάλουν στο παρελθόν.

Προχθές ήμουν σε μια παρέα και είπα κάτι αυτοσχεδιάζοντας, και μετά το συνειδητοποίησα: φτάσαμε σε ένα σημείο όπου όχι ένας τρελός, αλλά ο μέσος άνθρωπος μπορεί να ζήσει κλεισμένος στο σπίτι του, παραγγέλνοντας τα πάντα από το ίντερνετ: τροφή, βίντεο ό,τι μπορεί να του φέρει ένα κούριερ. Αυτό είναι ένα καινούργιο ανθρωπολογικό δεδομένο. Πώς είναι δυνατόν να μη γράφουμε για αυτά;  Δεν σε εντυπωσιάζει, ως άνθρωπο, ότι συμβαίνει μια τέτοιου είδους ανθρωπολογική μετάλλαξη»;

Η μυθολογία σας εκτείνεται από τις δυτικές συνοικίες σε έναν ιδιόμορφο κοσμοπολιτισμό. Ήταν χαρακτηριστικό της γενιάς σας αυτή η ελευθερία; 
«Υπάρχει ένα κείμενο μέσα στο βιβλίο που λέγεται “Περιστέρι”. Αναφέρεται στο μέρος απ’ όπου κατάγομαι και μεγάλωσα. Η δική μου γενιά έζησε πρώτη, στο πετσί της, αυτή τη μεγάλη διαφορά: να ξεκινάει κάποιος από μια λαϊκή συνοικία, να κατεβαίνει για το φροντιστήριο στο κέντρο της Αθήνας, και να νιώθει ότι δεν τον χωρίζει τίποτε από τους άλλους υποψήφιους για τα πανεπιστήμια, οι οποίοι ήταν από άλλες συνοικίες, λίγο πιο πλούσιες.

Εμείς είμαστε από τους πρώτους μιας γενιάς που πήραμε μέρος σε αυτό το γενικό πολτό του ανθρώπου της μαζικής κοινωνίας, ο οποίος έχει την ποπ κουλτούρα στο κεφάλι του και που είναι, σε μεγάλο βαθμό, αμερικανόπληκτος. Ήταν η πρώτη γενιά που είχε αυτά τα χαρακτηριστικά σε τέτοια έκταση. Χωρίς κάποια μέλη της να έχουν ταξιδέψει, απαραιτήτως, στο εξωτερικό για να τα αποκτήσουν. Αυτό το στοιχείο είχε επίδραση στο τι γράψαμε και πώς το γράψαμε και μου επέτρεψε, στα πρώτα μου βιβλία, να μιλάω ρεαλιστικά για τα βιώματά μου: για παιδιά που είναι από το Περιστέρι και πηγαίνουν να δώσουν εξετάσεις στο πανεπιστήμιο. Το δεύτερο βιβλίο μου, που ήταν τα “Διόδια”, πήρε διαστάσεις συλλογικού καθρέφτη μιας γενιάς, τουλάχιστον έτσι λέγανε οι κριτικές. Δεν θα είχε πάρει αυτές τις διαστάσεις, αν δεν είχε συμβεί αυτή η διαφοροποίηση η κοινωνική. Ώστε να μπορώ εγώ να μιλώ εξ ονόματος μιας παρέας παιδιών που έδινε εξετάσεις και να καθρεφτίζεται εκεί, μια γενιά ολόκληρη. Για αυτά μιλούσαμε, δεν υπήρχε ούτε πόλεμος ούτε τίποτε άλλο.  Το πολύ-πολύ, ραδιοφωνικοί σταθμοί που παίζανε ροκ μουσική και κάποια χρόνια πριν ήταν υπό διωγμό».

Εμμονές και λογοτεχνία

Αποκαλείτε τις ανθρώπινες εμμονές “κομβικά σημεία που ο κόσμος τέμνεται μ΄εμάς”. Ποιες είναι οι δικές σας εμμονές;

«Ο Στίβεν Κίνγκ, απολογούμενος σε κάποιο βιβλίο του εξηγεί γιατί ενδιαφέρεται για τα στοιχεία τρόμου, λέγοντας ότι υπάρχει ένα είδος σχάρας που χωρίζει το ασυνείδητο από το συνειδητό. Και ότι όπως απωθούνται τα βιώματα της καθημερινότητάς μας από το ασυνείδητο, σκαλώνουν σε αυτή τη σχάρα μερικά σκουπιδάκια. Αυτά τα σκουπιδάκια είναι οι εμμονές μας, οι οποίες αφήνουν κάποια σήματα καθώς απωθούνται.

Στα πιο γλυκά βιβλία μου, θα έλεγα ότι εμμονές μου είναι οι φιλικές σχέσεις, αυτή η υπέρβαση του ατόμου για χάρη μιας μικρής συλλογικότητας, που μπορεί να είναι μια παρέα. Αλλά και οι οικογενειακές σχέσεις. Λυπάμαι που πρέπει να υπερασπίζομαι την οικογένεια από το πρωί ως το βράδυ, γιατί δεν είναι αυτή η δουλειά μου, αλλά μου φαίνεται ότι εδώ, τα τελευταία χρόνια, ζούμε μια συλλογική παραίσθηση, θεωρώντας ότι η οικογένεια δεν είναι σημαντική. Δε λέω ότι η οικογένεια δε γεννάει τρομερά προβλήματα ή ότι δεν είναι ασφυκτική. Βλέπω όμως τη γενιά των νέων κινηματογραφιστών, που το μόνο που κάνει είναι ταινίες εναντίον της οικογένειας. Καλά κάνουν… Αλλά αν έχουν τη ψευδαίσθηση ότι εδώ είναι Αμερική και Ευρώπη, που δεν είναι, θα βρεθούν προ τρομερών εκπλήξεων.

Στις εμμονές μου μπορεί να πει κάποιος ότι αναγνωρίζει το σεξ και τη βία, κυρίως στα βιβλία μου τα πιο ακραία όπως είναι η “Λούλα” και ο
“Εργένης”. Αλλά αυτά είναι και τα χαρακτηριστικά της εποχής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα και μεγαλοαστός Ανδρέας Εμπειρίκος, δεν τολμούσε, όσο ζούσε, να εκδώσει τον “Μεγάλο Ανατολικό”.  Ενώ σήμερα υπάρχει πια, μια απεριόριστη παροχή και προσφορά πορνογραφίας και ερωτικών σημάτων».

Η “Λούλα” ήταν ένα σχεδόν πορνογραφικό μυθιστόρημα. Τι σας γοήτευσε στην πορνογραφία; 

«Σαν γενιά έχουμε σχέση με αυτό που ο Πετρόπουλος ονόμασε “θρίαμβο της πορνογραφίας”. Αυτά ήταν τα υλικά της εποχής μας. Είναι σα να ρωτάς κάποιον που ζούσε το ’40 ή στην Κατοχή, γιατί έγραψε για την Κατοχή. Μα για τι άλλο να γράψει; Kαι επιστημονική φαντασία να έγραφε, πάλι για την Κατοχή, εμμέσως, θα μιλούσε.

Ζούσαμε μέσα στην αγοραία χρήση του πορνό, το οποίο δεν αφορούσε κάποιους μανιακούς συλλέκτες αλλά όλη την οικογένεια. Καθόταν η ελληνική οικογένεια και έβλεπε ειδήσεις και πέφτανε οι διαφημίσεις των περιοδικών με τις ημίγυμνες στάρλετ. Τις έβλεπαν όλοι την ώρα του φαγητού. Στην εποχή μας δεν κυριάρχησαν μόνο οι εικόνες της πορνογραφίας αλλά μια γενικότερη ηθική εκπόρνευση απέναντι στο χρήμα και την επιτυχία».

Ήρωες

Ποιοι είναι οι ήρωες σας;

«Νομίζω ότι η Ελλάδα που γνώρισα εγώ, έχει δύο άκρα που είναι και τα δύο θλιβερά: το ένα είναι οι νεόπλουτοι επιτυχημένοι, που εμένα μου φαίνονται απεχθείς. H επιτυχία τους είναι τόσο κούφια που καταντάει τραγική. Η πνευματική τους ένδεια είναι τόσο κραυγαλέα που μπορείς να πάθεις κατάθλιψη.

Το άλλο άκρο συνδέεται με κομμάτια των λαϊκών τάξεων, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από την φράση του Γκόγκολ,“αυτοικανοποιημένη κατωτερότητα”. Είναι άνθρωποι που δεν τολμούσαν να μιλήσουν και βρήκαν την ευκαιρία, μέσα στο γενικό μπάχαλο και στο χάος που επικρατεί, να σου λένε: “Ξέρεις ποιος είμαι εγώ”;  “Αν ήμουν εγώ πρωθυπουργός …”  Αυτά τα δύο άκρα είναι η Σκύλλα και η Χάρυβδη που μας πιέζουν.

Ήρωας για μένα είναι ο Ελύτης, ένας άνθρωπος που ενώ είχε την οικονομική δυνατότητα να φερθεί σαν νεόπλουτος, αποφάσισε να ζει σε ένα μικρό διαμερισματάκι, χωρίς πολύ δημοσιότητα. Αυτά που ζήσαμε εμείς την δεκαετία του ’90 και του 2000 ήταν εξωφρενικά. Με τα δεδομένα της φούσκας και των νεόπλουτων ο Ελύτης θα ήταν ηλίθιος. Ήταν, όμως, ένας άνθρωπος ολιγαρκής, που επιπλέον αντί να γράφει για μια κλάψα προσανατολίστηκε σε κάτι φωτεινό, σε αυτό που στη δική του γλώσσα είναι η πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Ζούσε έτσι, κι έγραφε, για παράδειγμα, ένα δίστιχο: “Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε”. Αυτή η κατάφαση με τα σημερινά δεδομένα της μουδιασμένης κατάστασης και της συλλογικής κατάθλιψης, μου φαίνεται ηρωική».

Μιντιακή έκρηξη και κρίση

Στο βιβλίο σας ξεκινάτε την αφήγηση το 2001, από το τηλεοπτικό Big Brother και την 11η Σεπτεμβρίου και κλείνετε με την εποχή του Facebook και του Twitter. Θεωρείτε ότι έχει κάποια ιδιαιτερότητα η ελληνική εκδοχή της μηντιακής έκρηξης;

«Αυτή η δεκαετία  που περιγράφει το βιβλίο ήταν μοιραία για την άνοδο και την επιβολή του πολιτισμού της εικονικής πραγματικότητας. Τα ριάλιτι γέννησαν μια νέα τηλεόραση, ένα είδος στο οποίο ο μέσος άνθρωπος βγήκε στην τηλεόραση και ως πρωταγωνιστής. Συνέβη αυτό που λέω στο βιβλίο, “το φίδι άρχισε να δαγκώνει την ουρά του”. Στην δεκαετία του 2000 είδαμε και τα αποτελέσματα αυτής της έκρηξης. Ο κόσμος βίωσε μια πρωτόγνωρη σύγχυση, τσίμπησε το δόλωμα ότι όλα αυτά τα πρωϊνάδικα παράγουν πρότυπα με ξανθιές, Καγιέν και Μύκονο.

Και μετά άρχισε το Ίντερνετ. Αναμφισβήτητα είναι ένας παράδεισος ελευθερίας και γνώσεων. Είναι η βιβλιοθήκη του σύμπαντος του Μπόρχες. Νομίζω ότι για έναν συγγραφέα, σαφέστατα υπάρχει προ-google και μετά-google εποχή. Το ότι σε δευτερόλεπτα μπορώ να έχω ένα στατιστικό εύρημα, που λέει ότι η τάδε λέξη εμφανίζεται με 12.000 λήμματα και η άλλη εκδοχή της με τόσες χιλιάδες λήμματα, είναι κάτι τρομερό. Ποιος θα μπορούσε να μου κάνει αυτή την έρευνα σε δευτερόλεπτα;

Το facebook και γενικότερα τα κοινωνικά δίκτυα είναι πολύ καλά για την κοινωνική δικτύωση αλλά πολύ προβληματικά για τη σαχλαμάρα και την αφερεγγυότητα του υπόλοιπου μέρους: ο κάθε πικραμένος έχει θεωρήσει ότι έχει λόγο για τα πάντα. Ζούμε σε μια κατάσταση αγοραίας δημοκρατίας. Υπάρχει αυτή η συνθήκη σχεδόν αναρχίας, όχι απλώς ελευθερίας στο Ίντερνετ και ταυτόχρονα η αίσθηση του Μεγάλου Αδελφού. Επαληθεύεται αυτό που έλεγε ο ανακριτής στο “Λάθος” του Σαμαράκη: “Oνειρευόμαστε μια κοινωνία που θα προσέρχονται να απολογούνται, αυθορμήτως, οι άνθρωποι. Όλοι προσερχόμαστε καθημερινά, αυθορμήτως, και αφήνουμε ίχνη και υλικό στο διαδίκτυο».

Με αφορμή τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, γράφετε:“από δω και μπρος, θα δημιουργηθούν δυο παράλληλες τάσεις. ‘Ένα κομμάτι της κοινωνίας θα συντηρικοποιηθεί πιο πολύ, θα ζητάει περισσότερη καταστολή και αστυνομία. Κι ένα άλλο κομμάτι θα ευαισθητοποιηθεί, κι ίσως ανακαλύψει μια νέα συλλογικότητα. Σε αυτό το δεύτερο κομμάτι, μαζί με τα καλά, υπάρχει μηδενισμός και βία. Το ψάρι έχει και κόκαλα”. Είναι πιο έντονη, σήμερα, αυτή η διάσταση στην ελληνική κοινωνία;

«Είμαστε βαθιά πια μέσα στη κρίση αλλά ανοίγοντας την τηλεόραση μοιάζει να μην έχει αλλάξει τίποτε. Συνεχίζεται όλη αυτή η σαχλαμάρα του πρωινάδικου και μεσηριανάδικου. Πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία, και αυτό που παράγουν τα μίντια.
Οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι, ακόμα και ορισμένοι πολιτικοί, θα έπρεπε να βοηθήσουν ώστε να αναδυθεί ένα θετικό ρεύμα απόψεων, γιατί αλλιώς οι νεώτερες ηλικίες σπρώχνονται σε όλο και μεγαλύτερο μηδενισμό. Όσο επικρατεί αυτή η έλλειψη πνευματικών αξιών–και δεν αναφέρομαι σε εκδηλώσεις του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός–θα αυξάνεται ο μηδενισμός θα είναι απογοητευμένος ο άλλος, και θα τα σπάει όλα ή θα γίνεται αυτοκαταστροφικός.

‘Έχουμε τεράστια ανάγκη από την ανάδυση ενός θετικού προτύπου αλλιώς δεν θα βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο. Απλώς θα βουλιάζουμε και θα γινόμαστε πιο καταθλιπτικοί.
‘Όλα δείχνουν ότι κατέρρευσε το προηγούμενο νεοπλουτίστικο μοντέλο, να αγοράζουμε δηλαδή πράγματα που δεν τα έχουμε πραγματικά ανάγκη, αλλά δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο άλλο, εναλλακτικό.

Πως ένας μεγεθυντικός φακός μαζεύει τις ακτίνες του ήλιου και ανάβει φωτιά; Μια τέτοια κίνηση θα βοηθούσε την έξοδο μας από αυτό το κλίμα. Γιατί, αυτή τη στιγμή, το μεγαλύτερο πρόβλημά μας είναι ψυχολογικό. Και από αυτή την άποψη είμαστε αβοήθητοι”.

Η εικόνα της παρακμής έχει αποτυπωθεί πια και στην ζωή της πόλης.

«Ακόμα και ορισμένοι μετανάστες, που δεν βλέπουν την Αθήνα σαν σταθμό του τελικού προορισμού τους, κατουράνε, αποπατούν όπου βρουν, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για την πόλη. Προχθές μου ζήτησε κάποιος στο δρόμο την τυρόπιτα που έτρωγα. Την έδωσα, βέβαια, αλλά τα ‘χασα. Το πρώτο σοκ που ένιωσα ήταν: Mου ζητάει αυτό που τρώω; Τι γίνεται;

Όσο κι αν μας κακοκαρδίζει αυτή η κατάσταση είναι εκατό φορές πιο ειλικρινής από την ψευτιά που ζήσαμε την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων. Πιστεύω ότι στα προάστια εξακολουθεί να υπάρχει η εντύπωση της φούσκας και της προαστιακής ευτυχισμένης ζωής των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτή η εικόνα του κέντρου είναι η ειλικρινής εικόνα μας».

Διαδοχικά θαύματα

Υπενθυμίζετε, κάποια στιγμή, και τη φράση του Καζαντζάκη:“Η Ελλάδα επιζεί ακόμα μέσα από διαδοχικά θαύματα”. Έχουμε ακόμα περιθώρια για θαύματα;

«Τα θαύματα υπάρχουν. Μέσα στην γενική μαυρίλα ακούγεται μια βράβευση του Λάνθιμου, βγαίνει το “Logicomix” και κάνει πάταγο στο εξωτερικό, και όποιος μπορεί, παίρνει θάρρος. Κόντρα στις αντίξοες συνθήκες και σε ένα κλίμα που δείχνει να είναι μουδιασμένο και διαλυτικό, οι άνθρωποι συνεχίζουν να κάνουν τέχνη, να στήνουν επιχειρήσεις, και αυτό είναι ένα θαύμα μέσα στη γενικότερη απογοήτευση. Θα μπορούσε, πολύ εύκολα, να πει κάποιος: απογοητεύτηκα, τα παρατάω, δεν κάνω τίποτα.

Η φράση του Καζαντζάκη για τα διαδοχικά θαύματα που σώζουν την Ελλάδα, αναφέρεται, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, σε μια συμπεριφορά υπερατομική, σε κάποιον που κάνει κάτι που υπερβαίνει το Εγώ του. Αυτό που περιγράφει συμβαίνει, αν σκεφτούμε πόσο αναρχικοί και εγωιστές είναι οι νεοέλληνες.

Στο τέλος, αυτό που προσφέρουν ορισμένοι μοιάζει με θαύμα. Ιδίως σε ένα περιβάλλον που ο καθένας κοιτάει τη δική του αυλή και την οικογένεια του».

vangelisraptopoulos.wordpress.com

© Copyright 2001-2012 Θαλής + Φίλοι.

designed & developed by elegrad